19 Σεπτεμβρίου, 2026

Egon Schiele (1890-1918) – 28 χρόνια απόλυτης ιδιοφυίας και ζωής

Ο Schiele έζησε 28 χρόνια και είχε κάθε δικαίωμα να πιστεύει στην ιδιοφυία του, στο μεγαλείο του, που πολλοί θα υποστηρίξουν πως γεννήθηκε από την φρίκη της ανθρώπινης ψυχής.


Τη ζωή του Schiele, την τόσο σύντομη ζωή του, πολλοί σημαντικοί καλλιτέχνες δεν πρόφτασαν να τη ζήσουν κι ας έφυγαν από τη ζωή στα βαθιά τους γεράματα. Διότι, η ζωή εκτός από τα τυχαία γεγονότα είναι μια σειρά επιλογών – οι περισσότερες συνειδητές κι ας μην το παραδεχόμαστε. Ο Schiele έζησε 28 χρόνια και είχε κάθε δικαίωμα να πιστεύει στην ιδιοφυία του, στο μεγαλείο του, που πολλοί θα υποστηρίξουν πως γεννήθηκε από την φρίκη της ανθρώπινης ψυχής.

Γεννιέται στην Tulln της Αυστρίας το 1890. Το μοναδικό αγόρι της οικογένειας, ένας πατέρας σταθμάρχης με αντίστοιχα όνειρα για τον γιο του, μια μάνα που δεν συνδέθηκε ποτέ μαζί της, τρεις αδερφές η μια εκ των οποίων πεθαίνει πολύ μικρή, μια μεγαλύτερη που ελάχιστα αναφέρεται στη ζωή του καλλιτέχνη και την μικρότερη την Γερτρούδη, που ο Egon συνάπτει σχέσεις μαζί της έως και αιμομικτικές.

Φτάνουν να περάσουν κι ένα βράδυ σε μια άλλη πόλη με εισιτήρια φτηνά που δικαιούνταν τα ορφανά, αφού ο πατέρας φεύγει το 1905 από σύφιλη και ισπανική γρίπη. Μένει ο μόνος άνδρας στην οικογένεια και ήδη όλα αυτά αρκούν για να ξυπνήσει η ναρκισσιστική διαταραχή, ο έντονος αλλόκοτος Schiele.

Σε πρόχειρες αναφορές για το έργο του οι θεωρίες του Φρόιντ βρίσκουν τα ζωντανά παραδείγματα τους. Δεν υπάρχει όμως καμία αξιόπιστη πηγή που να αναφέρεται στην όποια επιρροή του Schiele από τον διάσημο γιατρό. Αναλαμβάνει ημι-κηδεμόνας ένας εύπορος θείος, που με βαριά καρδιά αφήνει το 16χρονο Schiele να διεκδικήσει μια θέση στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης, κερδίζει τη θέση χωρίς κανένα κόπο, ακόμα και σήμερα είναι από τους νεότερους που φοίτησαν ποτέ εκεί.

Την επόμενη χρονιά κι ενώ ακαδημαϊκά δεν διαπρέπει, γνωρίζει τον μέντορα και φίλο του αργότερα, ήδη φτασμένο Gustav Klimt. Το 1909, σε ηλικία 19 ετών εγκαταλείπει την Ακαδημία, μαζί με άλλους δημιουργεί την ομάδα Neukunstgruppe και συντάσσει μια αναφορά προς τους ακαδημαϊκούς κρίνοντας – κάποιος έπρεπε! – τις μεθόδους διδασκαλίας και τα κλασσικά πρότυπα που διδάσκονταν. Αυτές οι φυλακές που δεν έπνιξαν τον Schiele κι όμως σεβάστηκε και τις κατανόησε σε τέτοιο βαθμό που είχε κάθε δικαίωμα να τις κρίνει και να τις ξεπεράσει τόσο γρήγορα.

Με διαρκή την επιθυμία του για νεότερα κορίτσια, ξεκινάει τα ριζοσπαστικά σχεδόν ενοχλητικά γυμνά του, η Γερτρούδη πρωταγωνιστεί σε πολλά από αυτά αλλά και ο ίδιος ο Schiele με όργανο έναν καθρέφτη απεικονίζει το σώμα του σε μια διαρκή πάλη μεταξύ δυσαρέσκειας, συναισθημάτων και έντονης σεξουαλικότητας που βιώνονται από τον ίδιο στο πλαίσιο μιας ιερότητας. Οι μετέπειτα θα συμφωνήσουν. Τα γυμνά του Schiele κουβαλάνε την ιερότητα της ανθρώπινης ψυχής χωρίς καμουφλαρισμένες λεπτομέρειες και ωραιοποιήσεις.

Το 1911 γνωρίζει την Wally Neuzil, ένα 17χρονο κορίτσι που μέλλει να γίνει μούσα του, μάνατζερ του, ερωμένη του και οικονόμος του για τα επόμενα 3 χρόνια. Δυο χρόνια μετά, απέναντι από το στούντιο του μένουν οι αδερφές Harms, μαγεύεται και από τις δυο, θα παντρευτεί τελικά την Edith, θα ζητήσει από την Wally να παραμείνει ερωμένη του, εκείνη θα τον αφήσει, εκείνος θα μείνει παντρεμένος με την Edith και εραστής περιστασιακά με την αδερφή της Adele.

Από τον χωρισμό του με την Wally θα μείνουν έργα που σχετίζουν τη ζωή με την ζωντάνια και τον έρωτα με τον θάνατο, έργα απόλυτα, έργα που σήμερα ακόμα σοκάρουν για το πως μέσα σε γραμμές και χρώματα οι άνθρωποι διαβάζουμε καλύτερα τα «ανθρώπινα». Και τελικά εκεί συναντώνται η τέχνη με την αγάπη, η ζωή με τον θάνατο. Είναι κάτι πολύ προσωπικό κι εσύ μόνο μπορείς να τα ονοματίσεις γιατί κατοικούν μέσα σου. Αυτή είναι η βασική ικανότητα της ιδιοφυίας, ότι μπορεί να ονοματίσει και να περιγράψει και να φτιάξει μια ολόκληρη γλώσσα γύρω από αυτά που οι υπόλοιποι, μοιραία, βιώνουμε χωρίς ικανότητα περαιτέρω εξήγησης.

Έως το 1917 ο Schiele έχει ανέλθει και η φήμη του ταξιδεύει σε όλη σχεδόν την Ευρώπη. Ο πόλεμος, ο σφοδρός Α’ Παγκόσμιος δεν τον εμπόδισε, ίσα ίσα σε αυτούς τους χαλεπούς καιρούς έδωσε μερικά από τα ομορφότερα έργα του. Το 1917 πεθαίνει η Wally από οστρακιά, από το χωρισμό τους δεν έχουν ανταμώσει ξανά. Το 1918 φεύγει από τη ζωή ο Klimt και ο Schiele κληρονομεί τον μανδύα του μεγάλου Βιεννέζου δασκάλου. Την ίδια χρονιά η Edith πεθαίνει από την γρίπη μαζί με το 6 μηνών βρέφος που κουβαλάει ενώ 3 ημέρες μετά «σβήνει» ο Schiele.

Δεν άφησε πολλά περιθώρια στους σχολιαστές και τους κριτικούς να μιλήσουν, να αναλύσουν ή και να επιδοκιμάσουν. Συνειδητά επέλεξε τη δική του ζωή, την γεμάτη πάθη και πόνο, δεν τρελάθηκε, δεν νοσηλεύτηκε αλλά εξελίχθηκε τόσο πολύ και τόσο γρήγορα παρασυρμένος σχεδόν από την ίδια τη ζωή του. Ο Schiele αναρωτήθηκε στα τόσα έργα και σκίτσα του αν έχει χώρο η ομορφιά με την ενοχή, η ενόρμηση με την κοινωνικά ταμπού, η ίδια η ζωή με τον θάνατο. Είναι σαν να έμεινε σε αυτό το μεσοδιάστημα πριν την απάντηση, υμνώντας την στιγμή. Κι επειδή η ζωή είναι 70% πόνος (ενδεικτικό το ποσοστό – αλλά στη ζωή του Schiele μπορεί να χτυπούσε και υψηλότερο) κατάφερε αυτό τον πόνο, την ασχήμια, την ασθένεια να επιτρέψει στο μοντέρνο «εγώ» της Ευρώπης να τα γευτεί, να τα αναζητήσει, να τα αφήσει να χωρέσουν στα καθωσπρέπει σαλονάκια και ακόμα περισσότερο να μας ωθήσει να ξαπλώσουμε σε ντιβάνια για μια ικανοποίηση μέσα στον θάνατο και μια έπαρση μέσα στην ικανοποίηση.

Ο Schiele δίδαξε στους ανέραστους Ευρωπαίους την ουσία των συναισθημάτων και τον ίδιο τον εξπρεσιονισμό.

Rima Lyma

  • SHARE

Sianti Gallery
Filters
Δημοφιλείς αναζητήσεις
prod